ἐμπυριστής

ἐμπυριστής
-οῦ N 1 0-0-0-0-1=1 4 Mc 7,11
one who sets on fire

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • εμπυριστής — ἐμπυριστής, ο (Α) αυτός που πυρπολεί, ο εμπρηστής …   Dictionary of Greek

  • ἐμπυριστής — one who sets on fire masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπυριστήν — ἐμπυριστής one who sets on fire masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”